Ιστολόγιο της εκπαιδευτικής κοινότητας της Βόρειας Λέσβου

Νέα και Ενδιαφέροντα.



Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

Ο αργαλειός

Ο Αργαλειός
Γυμνάσιο Μανταμάδου
Σχ. Έτος 2009-10
Στρατής Σταμπουλής
Β2΄



Περιεχόμενα

Γενική περιγραφή του αργαλειού
Ιστορική εξέλιξη
Είδη αργαλειών
Εξαρτήματα – Στήσιμο
Αρχές λειτουργίας
Πρώτες ύλες:Νήματα και βαφές τους
Χρησιμότητα
Οι σύγχρονοι αργαλειοί
Κατασκευή: Κατάλογος εργαλείων και υλικών-Υπολογισμός του κόστους
Βιβλιογραφία






Γενική Περιγραφή του αργαλειού

Ο αργαλειός είναι μηχανή που χρησιμοποιούνταν για την ύφανση, δηλαδή την εργασία της κατασκευής των υφασμάτων, ο οποίος τα παλιά χρόνια ήταν χειροκίνητος.
Χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα κατά την προβιομηχανική εποχή και αργότερα κυρίως στις αγροτικές περιοχές, στην οικιακή οικονομία των οποίων διαδραμάτισε βασικό ρόλο καθώς αποτελούσε το κύριο μέσο ύφανσης και κλωστοϋφαντουργίας. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση ο κλασικός, ξύλινος, κινούμενος με μυϊκή ενέργεια αργαλειός αντικαταστάθηκε από την μηχανικό αργαλειό. Σήμερα έχει σχεδόν καταργηθεί καθώς η διαδικασία της ύφανσης έχει μηχανοποιηθεί και στη θέση του αργαλειού χρησιμοποιείται η υφαντική μηχανή. Ο ξύλινος αργαλειός απαντάται μόνο σε ελάχιστα σπίτια απομακρυσμένων περιοχών και σε μουσεία λαϊκής τέχνης.
Στην πατρίδα μας συναντιέται με διάφορα ονόματα, όπως εργαλει-ός, ανυφαντήρι, αργαστήρι, αντίας (Χίος), Ανυφανταριό (Κρήτη), κράβατο και τελερίν (Κύπρος) και κρεβατή στη Μυτιλήνη.


Ιστορική εξέλιξη

Από τα πρώτα έτη της εμφάνισής του στη Γη ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την αδικία της φύσης απέναντί του, στον τομέα του εφοδιασμού του με τα απαραίτητα για την επιβίωση εφόδια. Δεν είχε στη διάθεσή του ούτε την ανάλογη δύναμη ούτε τον όγκο, ούτε τα όπλα που διέθεταν τα περισσότερα ζώα. Το δέρμα και το τρίχωμά του μικρή μόνο προστασία μπορούσαν να του προσφέρουν σε σύγκριση με τις απότομες καιρικές μεταβολές της εποχής εκείνης. Διέθετε όμως τη λογική και, χρησιμοποιώντάς τη, κατόρθωσε όχι μόνο να επιζήσει, αλλά και να επιβληθεί. Ένα από τα πρώτα προβλήματα, τα οποία συνειδητοποίησε και φρόντισε για την επίλυσή τους, ήταν το πρόβλημα της προστασίας του από το κρύο και τη ζέστη. Έτσι, κατασκευάστηκαν τα πρώτα ρούχα τα οποία αποτελούνταν από δέρματα ζώων. Με την πάροδο του χρόνου το δέρμα αντικαταστάθηκε από το ύφασμα. Υφάσματα λέγονται τα προϊόντα της ύφανσης των νημάτων και προκύπτουν από την κατάλληλη πλοκή των νημάτων μεταξύ τους.
Από την αρχαιότητα συναντάμε αργαλειούς διαφόρων τύπων σε όλες τις γνωστές φυλές. Αποτυπώματα πλεγμένων ινών σε πηλό και μάλιστα με διάφορα είδη ύφανσης, πράγμα που αποδεικνύει χρήση αργαλειού, βρέθηκαν στην Τσεχία και χρονολογούνται 27.000 ετών. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως πέτρινα σφονδύλια της νεολιθικής εποχής στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Θεά Αθηνά, προστάτιδα της χειροτεχνίας και των καλών τεχνών, είχε εφεύρει τον αργαλειό. Πιστεύοντας ότι δεν υπάρχει καλύτερη υφάντρα από αυτή, μεταμόρφωσε σε αράχνη την κόρη ενός βαφέα από την Ιωνία που τόλμησε να τη συναγωνιστεί.
Κατά τους μινωικούς χρόνους ξεχωριστή κατηγορία υφασμάτων αποτελούσαν τα πολύ λεπτά υφάσματα (αραχνοΰφαντα), όπως αυτά που απεικονίζονται σε μινωικές τοιχογραφίες της Κρήτης και της Θήρας. Στη Θήρα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλή τα φλοκωτά υφάσματα. Ο Όμηρος αναφέρει τη δεξιοτεχνία των γυναικών στην κλώση και στην ύφανση. Οι ηρωίδες των ομηρικών επών –η Πηνελόπη, η Κίρκη, η Καλυψώ, η Χρυσηίδα, οι γυναίκες των Φαιάκων- έχουν για κύρια ενασχόληση την υφαντική.



Κατά την κλασική περίοδο οι υφάντρες και ο αργαλειός συγκαταλέγονται ανάμεσα στα διακοσμητικά θέματα της ελληνικής αγγειογραφίας. Ο Πλίνιος περιγράφει λεπτομερώς τον τρόπο βαφής των κλωστών με φυτικές ουσίες.
Η υφαντική έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή της κατά τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά χρόνια. Η παραγωγή των μεταξωτών άρχισε όταν τον 6ο αιώνα ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565) έστειλε δυο καλόγερους στην κεντρική Ασία για να κηρύξουν τη χριστιανική θρησκεία και να μάθουν τα μυστικά της σηροτροφίας.
Τον 17ο και 18ο αιώνα ξεκίνησε η παραγωγή των πρώτων υλών (κόκκινα νήματα) και υφαντών που προορίζονταν για εμπόριο. Ενώ η υφαντική ως οικοτεχνία ήταν έργο των γυναικών, ως εργαστηριακή τέχνη απασχολούσε κυρίως τους άνδρες. Στα Αμπελάκια Θεσσαλίας το 1778 ιδρύθηκε ο πρώτος στον κόσμο συνεταιρισμός βαφής και κατεργασίας βαμβακιού, με υποκαταστήματα σε όλη την Ευρώπη.
Η βιομηχανική ανάπτυξη στις χώρες της δυτικής Ευρώπης προκάλεσε ύφεση στην παραδοσιακή υφαντική.

Είδη αργαλειών
Στη νεότερη Ελλάδα υπάρχουν τρεις τύποι αργαλειού: ο πλαγιαστός ή καθιστός, ο όρθιος και ο αργαλειός του λάκκου. Ο πλαγιαστός ή καθιστός είναι ο πιο συνηθισμένος. Αποτελείται από τέσσερα κάθετα ξύλα που συνδέονται μεταξύ τους με τέσσερις σανίδες χαμηλά και τέσσερις σανίδες στην κορυφή. Στο ορθογώνιο αυτό σύστημα στερεώνονται τα στημόνια, ανάμεσα από τα οποία περνούσαν με τη σαΐτα τα υφάδια.
Ο όρθιος αργαλειός τοποθετείται κάθετα στο χώμα και η ύφανση γίνεται από κάτω προς τα πάνω. Ο αργαλειός του λάκκου είναι ένας είδος πλαγιαστού αργαλειού που τοποθετείται στο χώμα. Τα πόδια της υφάντρας κινούνται μέσα σε έναν λάκκο.

ΚΑΘΕΤΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ

Κάθετος αργαλειός με βαρίδια (6.000 π.Χ.) Θεωρείται ότι αναπτύχθηκε στην Ευρώπη κατά τη Νεολιθική Εποχή.
Ο πρωτόγονος υφαντής για να ξεπεράσει το πρόβλημα της ευλυγισίας των νημάτων στημονιού, αρχικά έδενε το ένα άκρο τους σε κάποιο οριζόντιο κλαδί δέντρου, ενώ στο άλλο έδενε πέτρες, που χρησίμευαν σαν βαρίδια για να διατηρούνται τα νήματα τεντωμένα. Η διάταξη αυτή προσφερόταν για την αποτελεσματική διαπλοκή των νημάτων υφαδιού κάθετα προς το στημόνι, για να παραχθεί ύφασμα.
Το μέγιστο μήκος υφάσματος δεν ξεπερνούσε τα δύο μέτρα, όσο το ύψος που μπορούσε να φθάσει η υφάντρια για να περάσει το υφάδι.
Ο κάθετος αργαλειός παρέμεινε ο πιο συνηθισμένος τύπος αργαλειού για χιλιετηρίδες.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι Ομηρικοί Έλληνες, αλλά και μέχρι τον 19ο αιώνα η φυλή των Ινδιάνων της Αμερικής Ναβάχο (Navaho) χρησιμοποιούσαν τον κάθετο αργαλειό.
Ήταν αρκετά πιο απλοί κατασκευαστικά αλλά αρκετά πιο δύσκολοι στην χρήση και κατά συνέπεια πιο αργοί στην παραγωγή του υφάσματος.
Παρόλα αυτά και οι κάθετοι αργαλειοί χρησιμοποιούνται με μεγάλη επιτυχία μέχρι και σήμερα στην κατασκευή χαλιών. Συνήθως κατασκευάζονται σε μεγάλες διαστάσεις δίνοντας την δυνατότητα να δουλεύουν σ' αυτόν ταυτόχρονα τρεις - τέσσερις ή και περισσότερες υφάντρες.

ΟΡΙΖΟΝΤΙΟΣ ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ

Κατά τον 13ο αιώνα μ.Χ. στην Ευρώπη, ο κάθετος αργαλειός παραγκωνίστηκε και τη θέση του πήρε ο οριζόντιος αργαλειός, γνωστός από το 3.000 π.Χ. στην αρχαία Αίγυπτο. Η Βίβλος παρέχει την πληροφορία ότι η Δαλιδά, θέλοντας να ανακαλύψει το μυστικό της σωματικής δύναμης του Σαμψών, ύφανε τα μαλλιά του χρησιμοποιώντας την τεχνική του πρωτόγονου οριζόντιου αργαλειού.
Οι θεμελιώδεις λειτουργίες του οριζόντιου αργαλειού παραμένουν μέχρι σήμερα αναλλοίωτες, όπως επινοήθηκαν πριν από χιλιετηρίδες. Οι διάφορες αλλαγές ή τροποποιήσεις στόχευαν στη βελτίωση των μηχανικών μέσων.

Ο πιο γνωστός τύπος αργαλειού στην Ελλάδα ήταν ο καθιστός.



Εξαρτήματα – Στήσιμο
ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΑΛΛΙΟΥ
1.Λανάρια-Ξάσιμο
Υπήρχαν δύο ειδών λανάρια για το ξάσιμο, τα μικρά και μεγάλα. Τα μεγάλα λανάρια ήταν μία κατασκευή σε σχήμα Π, κάτι σαν σκαμνί, που τα δύο του πόδια ήταν καρφωμένα στα πλάγια μιας χοντρής και μακριάς πλατανίσιας τάβλας. Για να εργαστεί η νοικοκυρά στα λανάρια τα ακουμπούσε στο δάπεδο και καθόταν πάνω στην τάβλα για να μην μετακινείται. Στο πάνω μέρος της κατασκευής, υπήρχαν τα λανάρια: είκοσι λεπτά και μυτερά σίδερα σε δύο ή το πολύ τρεις σειρές μπηγμένα, που εξείχαν σε ύψος 10-15 περίπου εκατοστών.
Παίρνοντας τώρα η νοικοκυρά τούφες πλυμμένου μαλλιού τα περνούσε ανάμεσα στα όρθια σίδερα και τα ξεμπέρδευε. Μετά το ξεμπέρδεμα, τα μαλλιά περνούσαν στα μικρά λαναράκια, των οποίων ο σκελετός της κατασκευής ήταν ίδιος, αλλά στην επιφάνεια υπήρχαν μπηγμένα κοντά -κοντά κατά δεκάδες πολλά μικρά σιδεράκια, μυτερά κι όρθια σ' ένα ύψος 5-7 εκατοστών περίπου.
Ένα δεύτερο σανίδι, κινητό, ήταν κατά τον ίδιο τρόπο παραγεμισμένο με πολλά μικρά λαναράκια (καρφάκια), σε σειρές πάντα τοποθετημένα. Το σανίδι αυτό ήταν μακρύτερο από το σταθερό οριζόντιο λανάρι. Έτσι, η νοικοκυρά άπλωνε πάνω στα λαναράκια τα μαλλιά και με τα δύο της χέρια τραβούσε το κινητό λανάρι πολλές φορές προς το μέρος της. Τα μαλλιά, αναγκασμένα να περνάνε ανάμεσα στα σιδεράκια, γίνονταν μαλακά και τα λανάρια «έφευγαν» με ευκολία.
Η νοικοκυρά έπαιρνε την καλτσοβελόνα, που είχε περασμένη στα μαλλιά της, για να τη βρίσκει εύκολα, ξεμπέρδευε τα μαλλιά από τα λαναράκια και τα γύριζε από την άλλη. Ξανάρχιζε το λανάρισμα κι όταν τα μαλλιά είχαν ξεχωρίσει σε μαλακές λεπτές ίνες, τα έβγαζε πάλι από τα λανάρια και τα πόστιαζε απαλά. Τα μαλλιά ήταν πλέον έτοιμα να γίνουν οι μαλακές τουλούπες της ρόκας.
Το ξάσιμο ήθελε υπομονή και πολύ κόπο. Γινόταν όταν δεν υπήρχαν δουλειές για τις γυναίκες στα χωράφια. Ο χαρακτηριστικός θόρυβος των λαναριών «χράτς-χράτς», ακουγόταν σε όλη τη γειτονιά.
2. Η ρόκα.
Ένα ραβδί που το ένα άκρο του καταλήγει σε δύο κύκλους σε σχήμα Φ που μέσα τους έμπαιναν και συγκρατούνταν οι τουλούπες (μαλλί) για το γνέψιμο. Όλες οι νοικοκυρές στο χωριό αν δεν κρατούσαν πλεχτό ή κέντημα κρατούσαν την ρόκα.

3.Το αδράχτι.
Ξύλινη βέργα που έστριβε η νοικοκυρά για να γίνει κλωστή το μαλλί και στη συνέχεια την τύλιγε στο αδράχτι.
4.Η δρούγα.
Ίδια βέργα που στην άκρη της στο κάτω μέρος συγκροτούσε το σφοντήλι, που βοηθούσε στο στρίψιμο για την παρασκευή του νήματος.
5.Το σφοντύλι.
Στρογγυλό πέτρινο εξάρτημα με τρύπα που τοποθετείται στην δρούγα για να την διευκολύνει στην περιστροφή.
ΤΟ ΣΤΗΜΟΝΙ
Το στημόνι ήταν κόκκινο ή λευκό βαμβακερό νήμα του εμπορίου που τοποθετείτο κατά μήκος του αργαλειού τεντωμένο. Πάνω του γινόταν η ύφανση. Το στημόνι το προμηθεύονταν σε κούκλες που περνούσε από διάφορες φάσεις μέχρι να τυλιχτεί στο «αντί»:
1ον To τοποθετούσαν στην ανέμη και με το ανεμίδι τυλιγόταν στα καλάμια.
2ον Τα καλάμια τα είχαν τοποθετήσει πάνω στην κλουβίστρα.
3ον Από τα καλάμια τυλιγόταν σε δύο ξύλα που ήταν καρφωμένα στο έδαφος αρκετά μακριά το ένα από το άλλο. Σε μερικές γειτονιές ήταν μόνιμα τοποθετημένα.
4ον Στήριζαν το πίσω «αντί»στις δύο τυλίχτρες και τύλιγαν πάνω του το νήμα.
5ον Κατόπιν έκαναν το μίτωμα, δηλαδή τοποθετούσαν το στημόνι στα μιτάρια και μετά στο χτένι.
6ον Μετά πήγαιναν το «αντί» στον αργαλειό και έδεναν το στημόνι στο μπροστινό «αντί».
ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΜΟΝΙΟΥ
1)Ανέμη: ξύλινο εργαλείο που περιστρεφόταν για το ξετύλιγμα της κούκλας του νήματος.
2) Ανεμίδι: μηχάνημα που συμπλήρωνε την ανέμη, όπου με την περιστροφή του τροχού της ξετύλιγε το νήμα από την ανέμη και το ξανατύλιγε σε καλάμια ή μασούρια.
3) Κλουβίστρα: ορθογώνια ξύλινη συσκευή που προσαρμόζονταν τα καλαμίδια.
4) Καλαμίδια: μικρά καλάμια που πάνω τους μαζευόταν το νήμα, όταν ξετυλίγεται από την ανέμη.
5) Τυλίχτρες: ξύλινες χοντρές διχάλες που τις έμπηγαν στο έδαφος και πάνω τους ακουμπούσε το πίσω «αντί» για να τυλιχτεί πάνω του το στημόνι. Σε μερικές γειτονιές ήταν μόνιμα τοποθετημένες.
ΤΟ ΣΤΗΣΙΜΟ ΤΟΥ ΑΡΓΑΛΕΙΟΥ
Ο αργαλειός αποτελείτο από πολλά εξαρτήματα. Όταν τα συναρμολογήσουμε και βάλουμε το στημόνι, (βάζω βιλάρι) έχει στηθεί ο αργαλειός και είναι έτοιμος για την ύφανση του υφαδιού.
Εξαρτήματα του αργαλειού
1) Αντιά: δύο στρογγυλά ξύλα με διάμετρο 10-15 εκατοστών που στο ένα άκρο έχουν τετράγωνη κατάληξη με τέσσερες τρύπες. Στο μπροστινό (προστάντι), που το συγκρατεί η κουρούνα, τυλίγεται το υφαντό καθώς φτιάχνεται , ενώ το άλλο στο πίσω μέρος (πισάντι), πάνω στο οποίο τυλίγεται το στημόνι, το συγκρατεί η ποταμίστρα.
2) Κουρούνα: κοντόχοντρο κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει το «προστάντι» και το συγκρατεί.
3) Ποταμίστρα: μακρύ κυλινδρικό ξύλο που στηρίζει και συγκρατεί το «πισάντι».
4) Χτένι: παραλληλόγραμμο με ύψος 10-12 εκατοστά περίπου, με πλήθος από λεπτά δόντια από καλάμι που προσαρμόζονται σε δύο στενά παράλληλα καλάμια ή ξύλα. Υπήρχαν πολλά είδη χτενιών. Για τα κουκιαστά υφαντά χρησιμοποιούσαν το κοκκινόχτενο. Για τις μπαντανίες χρησιμοποιούσαν το πυκνόχτενο. Για τα υφάσματα που έφτιαχναν ενδύματα τότε το χτένι ήταν δίμιτο. Για τις καπότες και γενικά για την κοζά χρησιμοποιούσαν το απολυτό χτένι, με τα αραιά δόντια για να περνάει εύκολα το γνέμα. Το πιο μακρύ χτένι λέγεται «ξώπλατο».
5) Μιτάρια: κυλινδρικά ξύλα παράλληλα μεταξύ τους που πάνω τους είναι δεμένοι πολλοί λεπτοί σπάγγοι. Ανάλογα με το υφαντό άλλοτε χρησιμοποιούσαν δύο και άλλοτε τέσσερα.
6) Ξυλόχτενο: δύο οριζόντια ξύλα με αυλακιές. Αυτά δένονταν με δύο μικρότερα ξύλα κάθετα. Μέσα τους προσαρμόζεται και κλειδώνει το χτένι με το οποίο χτυπιέται το υφάδι.
7) Σαΐτα: ξύλο ελλειψοειδές που ήταν σκαμμένο εσωτερικά και κατά μήκος συγκρατούσε μια βέργα. Στη βέργα τύλιγαν το βαμβακερό νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.
8) Μασούρι: ξύλο λεπτό, μήκους 40-50 εκατοστών που τύλιγαν πάνω του το μάλλινο νήμα που με το πέταγμα περνούσε μέσα στο στημόνι.
9) Ποδαρικά: δύο μικρά ξύλα συνδεδεμένα με τα μυτάρια που τα πατούσαν διαδοχικά. Έτσι άνοιγε το στημόνι (το στόμα) για να περνάει η σαΐτα.


Αρχές λειτουργίας

Μετά το γνέσιμο και τη βαφή του μαλλιού, ακολουθεί το "ντύσιμο" του αργαλειού με τα νήματα για την ύφανση. Κατά μήκος του αργαλειού στερεώνεται το στημόνι, τεντωμένες κλωστές με τις οποίες θα διασταυρωθεί κάθετα το υφάδι τυλιγμένο στη σαΐτα για την ύφανση. Με το διάσιμο ρυθμίζεται το μήκος του στημονιού, σύμφωνα με το μάκρος του υφάσματος που πρόκειται να υφανθεί. Στη συνέχεια ακολουθεί το τύλιγμα του στημονιού στο πίσω αντί του αργαλειού, το πέρασμα του στα μιτάρια, και τέλος στο χτένι. Από το χτένι οι κλωστές του στημονιού θα στερεωθούν στο μπροστινό αντί όπου και θα τυλίγεται το έτοιμο ύφασμα. Ακολουθεί η ένωση των μιταριών με τις πατήτρες και ο αργαλειός είναι έτοιμος για να αρχίσει η ύφανση.

Οι κλωστές αυτές περνούν έπειτα από τα "μιτάρια" και στη συνέχεια από κάθε δόντι ενός μεγάλου ξύλινου χτενιού. Η υφάντρα περνάει με τη σαΐτα το υφάδι, δηλαδή το νήμα με το οποίο γίνεται η ύφανση, ανάμεσα στις κλωστές αυτές και μετά τις πιέζει με ένα χτύπημα του χτενιού. Έτσι οι κλωστές σμίγουν και σφίγγουν μεταξύ τους και γίνεται το ύφασμα, πυκνό ή αραιό, ανάλογα με το δυνατό ή ελαφρό χτύπημα του χτενιού. Την ώρα που περνάει τη σαΐτα η υφάντρα, τα μιτάρια ανεβοκατεβαίνουν, γιατί η υφάντρα πιέζει με τα πόδια της δυο "ποδαρικά" μια το ένα, μια το άλλο κι έτσι διευκολύνεται το πέρασμα της σαΐτας.

Το υφάδι μπαίνει στη σαΐτα και ακολουθεί η διαδικασία του διασίματος για την προετοιμασία του στημονιού.





Πρώτες ύλες: Νήματα και βαφές τους
Κύριες πρώτες ύλες το μαλλί, το βαμβάκι, το λινάρι και το μετάξι. Προϊόντα που τα έβρισκαν σχετικά εύκολα, κι αυτό βέβαια γιατί ήταν κτηνοτρόφοι και γεωργοί.
Για να φτάσουν αυτά τα υλικά στον αργαλειό, έπρεπε να προηγηθεί μια μακριά διαδικασία.
ΤΟ ΜΑΛΛΙ: Ήταν και είναι η σπουδαιότερη πρώτη ύλη. Μ' αυτό ύφαιναν σε όλη την Ελλάδα κιλίμια για το πάτωμα, μπατανίες, χράμια, τορβάδες-σάκους δηλ. για τη μεταφορά τροφίμων ή εργαλείων-κάπες και σκουτιά (μάλλινα κατώτερης ποιότητας). Τα πρόβατα κουρεύονται την άνοιξη. Το μαλλί ζεματίζεται, μετά πλένεται στη βρύση ή στον ποταμό, το στέγνωναν και το λανάριζαν (= έξαιναν).
Ύστερα γινόταν η διαλογή. Το πιο καλό βγαίνει από τη ράχη του ζώου. (Οι Σαρακατσαναίοι μπορούσαν να ξεχωρίσουν μέχρι και σαράντα λογιών μαλλί). Το μακρύ το έγνεθαν στη ρόκα, το κοντό στην τσικρίκα (είδος διπλής ρόκας). Ορισμένα είδη (ταγάρια, σακιά ελαιοτριβείου, διάδρομοι) γίνονται από τραγόμαλλο κι έχουν πιο τραχιά υφή. Το γνέμα τυλιγόταν στο αδράχτι, για να καταλήξει τελικά στα σαΐτα του αργαλειού. Ήταν το υφάδι, ενώ το στημόνι (=πολύ γερή κλωστή, που δεν κοβόταν κατά την ύφανση) ήταν το μοναδικό είδος που χρειαζόταν να αγοράσουν οι νοικοκυρές για να υφάνουν.
ΤΟ ΒΑΜΒΑΚΙ: Εμφανίζεται στην Ελλάδα τον 2ο αι. Τα 18ο αι. αποτελεί, με τη μορφή νήματος, σπουδαίο εξαγωγικό προϊόν. Τα Αμπελάκια, η Τσαρίτσανη, ο Τίρναβος, οι Σέρρες και η Αγιά ευημερούσαν χάρη σ' αυτό. Αφού το ξεκουκίσουν, το κόβουν με το δοξάρι (=εργαλείο σε σχήμα τόξου, με το οποίο ξαίνουν το βαμβάκι και το μαλλί) κι ύστερα το κλώθουν με τη ρόκα και το αδράχτι.
ΤΟ ΛΙΝΑΡΙ: Η συγκομιδή του γινόταν από γυναίκες, με επικεφαλής τη δραγομάνα. Το θέριζαν, όπως το σιτάρι, το έκαναν δεμάτια κι άφηναν το κάθε δεμάτι μέρες μέσα στο νερό για να μαλακώσει πολύ και μετά το πέρναγαν από το μαγκάνι, για να φύγει η εξωτερική φλούδα, να γίνει δηλαδή τέλεια αποφλοίωση. Θέλει υπομονετικό κοπάνισμα, βρόχιασμα (=να φύγουν οι κόμποι), βούρτσισμα, ώσπου να μείνει το καθαρό λινάρι, το σκουλί, που το γνέθουν για να φτιάξουν το ράμμα, δηλ. το λεπτότατο νήμα που περνά από το βελόνι. Η επεξεργασία του είναι πολύπλοκη.
Από το χοντρό λινάρι φτιάχνουν σακιά, ντορβάδες, τσαντίλες και καραβόπανα. Από το λεπτό, εσώρουχα και πουκάμισα.
ΤΟ ΜΕΤΑΞΙ: Έρχεται στην Ελλάδα την εποχή του Ιουστινιανού. Ήταν το σπουδαιότερο προϊόν της περιοχής του Αξιού, της Χαλκιδικής, του Πηλίου του θεσσαλικού κάμπου και της Πελοποννήσου στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Τα μετάξι είναι «ωμό», δηλ. δε χρειάζεται γνέσιμο.
Χρειάζονταν όμως και βαφικές ύλες για να δώσουν χρώμα στις πρώτες ύλες. Ως τα τέλη του 19ου αι., μοναδική ύλη βαφής ήταν τα φυτικά χρώματα, που έμεναν αναλλοίωτα στο ηλιακό φως και στο πλύσιμο και έδιναν λαμπερούς χρωματισμούς. Από το ριζάρι (=φυτό) έβγαζαν οι Αμπελακιώτες το ονομαστό κόκκινο χρώμα. Οι φλούδες των φρέσκων καρυδιών δίνουν το μαύρο, το λουλάκι το γαλάζιο και τα φύλλα της άσπρης μουριάς, σε συνδυασμό με λίγα φύλλα μηλιάς, το κίτρινο καναρινί.
Το νήμα πλέον είναι έτοιμο να μπει στον αργαλειό να αρχίσει η ύφανση.
Η βαφή των νημάτων
Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα τα μόνα χρώματα που χρησιμοποιούνταν στην υφαντική ήταν παρμένα από τη φύση. Τα χρώματα αυτά δεν είναι "καθαρά" αλλά αποτελούν μείγματα χρωμάτων, μερικά από τα οποία είναι οξειδωμένοι τύποι των καθαρών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι τα χρώματα δεν είναι έντονα, όπως τα τεχνητά, αλλά επιτυγχάνουν αρμονικούς χρωματικούς συνδυασμούς. Η επιλογή των χρωμάτων από την υφάντρα εξαρτιόταν από τα τοπικά φυτικά είδη που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βαφικά και από τις γνώσεις συνταγών βαφής.
Ωστόσο, σήμερα τα περισσότερα από τα φυτικά χρώματα έχουν αντικατασταθεί ή συνδυαστεί με τα τεχνητά της ανιλίνης, τα οποία δεν απαιτούν τη χρονοβόρα επεξεργασία των φυτικών.

Η διαδικασία της βαφής
Πριν βαφεί, η υφαντική ύλη περνούσε από μια ειδική επεξεργασία, την πρόστυψη, που περιλάμβανε το πλύσιμο με διάλυση στύψης (διπλό θειικό άλας του αργιλίου και του καλίου). Αφού τη στράγγιζαν, την έβαφαν σε βραστό νερό που περιείχε τα φυτά τα οποία θα έδιναν το ανάλογο χρώμα.


Χρησιμότητα
Τα υφαντά χωρίζονται στα ριγωτά, με λεπτές ρίγες, και στα κεντητά ή ξομπλιαστά, με γεωμετρικά σχέδια ή θέματα παρμένα από τη φύση. Τα κεντητά υφαντά είναι περίτεχνα, αφού η υφάντρα κρατά στα χέρια της κουβαράκια διαφορετικών χρωμάτων και, σαν να κεντά, τα εναλλάσσει για να δημιουργηθούν τα σχέδια της. Στον αργαλειό γίνονται και οι κουρελούδες. Τα παλιά ρούχα δηλαδή τα κόβουν σε στενές λωρίδες, τα κάνουν κουβάρια και τα υφαίνουν. Ανάλογα με τα χρώματα των ρούχων φτιάχνουν διάφορα σχέδια στις κουρελούδες.
Τα υφαντά του αργαλειού
Τα υφαντά του αργαλειού ήταν κυρίως κλινοσκεπάσματα, στρωσίδια, ενδύματα, διακοσμητικά κ.α.
Απλάδι (το): ρούχο από προβατόμαλλο. Το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τα σαμάρια των ζώων σε γιορτές, γάμους, πανηγύρια και για στρωσίδια. Στα μεγάλα δωμάτια έστρωναν την σαλαπάδα που ήταν μεγάλο υφαντό.
Γιούρντα (η): γυναικείο πανωφόρι που είχε σιρίτια.
Δισάκι (το): διπλό σακούλι που κρεμιόταν συνήθως στον ώμο.
Κουβέρτα (η): υφαντό που χρησιμοποιούσαν για φιγούρα για στρωσίδι κρεβατιών, από μάλλινο υφάδι και βαμβακερό στημόνι.
Κουρελού (η): υφαντό που χρησιμοποιούσαν για στρωσίδι, που γινόταν από στενόμακρα κομμάτια φθαρμένων ρούχων (παλιόρουχων).
Ματαράτσι (το): μάλλινο σκούρο κλινοσκέπασμα που το χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν άχερα και για σακούλες δημητριακών.
Μπαντανία, μαντανία, βελέντζα (η) : χοντρό χνουδωτό μάλλινο κλινοσκέπασμα χτυπημένο στην νεροτριβή.
Σάϊσμα (το): υφαντό από κοζά (γιδόμαλλο) χτυπημένο στην νεροτριβή, που το έστρωναν στο δάπεδο και κυρίως στο παραγώνι.
Σακούλι, ταγάρι (το): υφαντό με σχέδια που με σχοινί κρεμιόταν στον ώμο. Το χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για σχολική τσάντα.
Φλοκάτη (η): υφαντό από μάλλινα μικρά κομμάτια νήματος (φλόκια) φυτεμένα στο στημόνι. Στην νεροτριβή γινόταν χνουδωτή.



Οι σύγχρονοι αργαλειοί
Ο αργαλειός του Ζακάρ


Ο αργαλειός του Ζακάρ
Ο αργαλειός του Ζακάρ ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε διάτρητες κάρτες. Κάθε κάρτα καθόριζε ένα πέρασμα της σαϊτας. Στα 1812, 11.000 αργαλειοί του τύπου αυτού λειτουργούσαν στη Γαλλία.

Σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα, οι Γάλλοι μεταξοϋφαντουργοί είχαν πειραματιστεί με διάφορους τρόπους για να κατευθύνουν τους αργαλειούς τους.
Μετά την ανακάλυψη της ονομαζόμενης ιπτάμενης σαΐτας και την έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης στην Αγγλία, άρχισε να χρησιμοποιείται σε μεγάλη κλίμακα, με πρώτη εφαρμογή tο 1821, ο μηχανικός - υφαντουργός Ζοζέφ Ζακάρ (Joseph Jacquard) κάνοντας χρήση του δυαδικού κώδικα, κατασκεύασε τον πρώτο αυτόματο αργαλειό που μπορούσε να χειριστεί τρομερά πολύπλοκα σχέδια. Ο προγραμματισμός του αργαλειού γινόταν με ολόκληρο βουνό από διάτρητες κάρτες.
Ο αργαλειός του Ζακάρ έφερε επανάσταση στη κλωστοϋφαντουργία και οι βασικές αρχές του εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται και σήμερα. Το γεγονός ότι η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα η οποία εφάρμοσε την εφεύρεση αυτή, συνέτεινε στο να γίνει η πρώτη χώρα του κόσμου στον τομέα της υφαντουργίας. Με τη χρησιμοποίηση των μηχανικών αργαλειών συντελέστηκε μια πραγματική επανάσταση Οι σημερινοί μηχανικοί αργαλειοί είναι αυτόματοι. Για τη λειτουργία τους δεν έχουν την ανάγκη της ανθρώπινης παρέμβασης, εκτός από έναν εργάτη που ασχολείται με τις μηχανικές βλάβες, τις οποίες μπορεί να παρουσιάσει. Μετά την ύφανση ακολουθούν δευτερεύουσες μηχανικές εργασίες, που σκοπός τους είναι η προετοιμασία του υφάσματος για να μπει στο στάδιο του εμπορίου. Άλλες μηχανές απλώνουν την επιφάνεια του υφάσματος, άλλες παίρνουν το χνούδι, άλλες το σιδερώνουν κλπ. Ακόμη και σήμερα ονομαστά για την ποιότητα κατασκευής τους είναι τα αγγλικά κασμήρια και τα μάλλινα υφάσματα. Χρησιμοποιούνται επίσης μηχανές εκτύπωσης χρωμάτων στο ήδη έτοιμο ύφασμα (εμπριμέ υφάσματα). Τα τελευταία χρόνια οι επιχειρήσεις κατασκευής υφασμάτων μεγαλώνουν και σε αριθμό και σε όγκο. Ολοένα και περισσότεροι εργάτες και μηχανήματα χρησιμοποιούνται και όλο και καλύτερης ποιότητας υφάσματα κατασκευάζονται. Στην Ελλάδα ο κλάδος αυτός της βιομηχανίας έχει γνωρίσει μεταπολεμικά πρωτοφανή ανάπτυξη. Μεγάλες υφαντουργικές μονάδες υπάρχουν στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στην Καβάλα, στο Βόλο, καθώς και στη Βέροια και Νάουσα, όπου και χρησιμοποιούν σαν δύναμη τις υδατοπτώσεις που αφθονούν στην περιοχή.


Κατασκευή
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή μοντέλου:
Ράσπα, γωνιά, σφιχτήρας, μολύβι, μετροταινία, λίμα, πριόνι, ροκάνι, σημαδούρα, γυαλόχαρτα, κοπίδι, ξυράφι, σκαρπέλο.

Τα υλικά που χρησιμοποιούνται:
Ξύλα, νήματα, καρφάκια, κόλλες, χτένι.

Πορεία εργασίας κατασκευής
Σε ένα χαρτί σχεδιάζουμε το σκελετό του αργαλειού, στη συνέχεια παίρνουμε τα κατάλληλα ξύλα και ξεκινάμε να τα επεξεργαζόμαστε φτιάχνοντας το σκελετό. Στη συνέχεια φτιάχνουμε ένα- ένα τα εξαρτήματα και τα συναρμολογούμε .
Μετά παίρνουμε τα νήματα και τα υφάσματα και τα τοποθετούμε πάνω στα εξαρτήματα. Και τέλος τοποθετούμε την κατασκευή πάνω σε μία ξύλινη βάση με χειρολαβές.
Κόστος κατασκευής.

Ξύλα και βάση 25 €
Υαλόχαρτο για τη λείανση του ξύλου 2 €
Νήματα 3€
Καρφάκια 1€
Κόλλες 5€
Χτένα 2€
Βερνίκι για λούστρο 3 €
_____________________________________________
Κόστος κατασκευής έργου 41 €

Βιβλιογραφία
1. διαδίκτυο
• Fokidanet.com-ΔΙΑΔΥΚΤΙΑΚΗ ΠΥΛΗ ΝΟΜΟΥ ΦΩΚΙΔΑΣ
• Sakopetra.com▪View topic-αργαλειός
• http://www.ancient-technology.com/
• Live-pedia.gr
• Λαογραφία-αργαλειός ΒΑΧΤΣΑΒΑΝΗΣ Π.com
• Bικιπαίδια
2. νέα εγκυκλοπαιδεία Μαλλιάρης Παιδεία τόμος 3
3. επιστήμη και ζωή τόμος 2
4. Υδρία τόμος 2
5. Νέα Δομή τόμος 4
6. Οδύσσεια Ομήρου

3 σχόλια:

  1. πολλη καλη εργασια μπραβο σου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. (ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ-ΑΡΓΑΛΕΙΟΣ ΒΑΧΤΣΑΒΑΝΗΣ Π.com)= http://users.sch.gr/vaxtsavanis/
    ευχαριστω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Θα ήταν πολύ χρήσιμο να μας δίνατε ακριβείς αποστάσεις των ξυλων που χρησιμοποιήσατε για να μπορέσουμε να τον κατασκευάσουμε όπως θα μας χρειάζοταν και ένας οδηγός συναρμολόγησγης των κομματιών που θα φτιάξουμε. Ευχαριστώ εκ των προτέρων..

    ΑπάντησηΔιαγραφή